Nutrition Matters by Rebecca Kourmouzi

"Hi, I'm Rebecca! I am here to help you improve your health status, live mindfully and feel your best. Together we’ll manifest your nutritional goals, and personalized meal plan. You’ll get ongoing support from me and educational tools for creating a healthy lifestyle. But above all, you will learn to listen to your body and discover what works best for you! "


Συναισθηματική υπερφαγία: Αίτια και τρόποι αντιμετώπισης

Συναισθηματική υπερφαγία: Αίτια και τρόποι αντιμετώπισης

Κάθε μέρα ξυπνώ με την πρόθεση να αρχίσω τελικά να τρώω καλύτερα και να υιοθετήσω έναν πιο υγιεινό τρόπο ζωής. Ειλικρινά θέλω να γίνω μια πιο υγιής εκδοχή του εαυτού μου και να ξεπεράσω την κακή σχέση μου με το φαγητό. Αλλά παράλληλα για μένα, το φαγητό ισοδυναμεί με άνεση, με ανακουφίζει και με παρηγορεί. Παρά τις προσπάθειές μου να ακολουθήσω μια πιο υγιεινή διατροφή, ξεσπώ στο φαγητό όταν είμαι λυπημένη ή αγχωμένη, λόγω απογοήτευσης μετά από ένα χωρισμό, ή μετά από μια δύσκολη μέρα στο γραφείο. Στις δύσκολες στιγμές δεν μπορώ να σταματήσω να τρώω ότι ανθυγιεινό τρόφιμο υπάρχει.
— κα Α.

Η αλήθεια είναι ότι η κακή σχέση με το φαγητό δεν είναι ένα ασυνήθιστο πρόβλημα για πολλά άτομα. Η συναισθηματική κατανάλωση τροφής σε περιόδους πίεσης, κατάθλιψης, μοναξιάς ή εξωτερικής πίεσης, και στην απουσία πραγματικής ανάγκης για τροφή για την εξάλειψη της σωματικής πείνας, είναι μια κοινή συμπεριφορά που πλήττει πολλούς σήμερα. Τρώγοντας κανείς ως ανταπόκριση στα συναισθήματα, χρησιμοποιεί τα τρόφιμα ως “ανταμοιβή” που θα παρέχει ανακούφιση και παρηγοριά. Το φαγητό παίρνει τη μορφή ενός μίνι σούπερ ήρωα που υπόσχεται να εξαλείψει κάθε κακή σκέψη και κάθε αρνητικό συναίσθημα που την ακολουθεί. Ωστόσο, το αποτέλεσμα αυτής της συμπεριφοράς είναι τις περισσότερες φορές προσωρινό, και το άτομο αργά ή γρήγορα βρίσκει τον εαυτό του να αισθάνεται ξανά λύπη, απελπισία, ακόμη και ενοχή. Αυτά τα αρνητικά συναισθήματα μπορεί να προκαλέσουν ξανά την αρχή ενώς νέου φαύλου κύκλου συναισθηματικής κατανάλωσης τροφής.

Το φαινόμενο της συναισθηματικής υπερφαγίας έχει επανειλημμένα αναφερθεί ως ο λόγος για τον οποίο πολλές δίαιτες αποτυγχάνουν. Αυτό συμβαίνει γιατί παρόλο που τα άτομα θέτουν την απώλεια βάρους ως ένα μακροπρόθεσμο στόχο, εγγύτεροι στόχοι, όπως η μετρίαση της συναισθηματικής δυσφορίας, διαταράσσουν τους υψηλότερους στόχους τους. Η κατανάλωση φαγητού για την ανακούφιση των αρνητικών συναισθημάτων και την πρόκληση προσωρινής ευφορίας και ευχαρίστησης έρχεται σε αντίθεση με την φυσιολογική αντίδραση του οργανισμού σε αρνητικές καταστάσεις και συναισθήματα. Μια φυσιολογική αντίδραση είναι η απώλεια της όρεξης λόγω του αυξημένου στρες, το οποίο προκαλεί την ανύψωση του σακχάρου στο αίμα και την αναστολή της γαστρικής συστολής, οδηγώντας σε έντονη δυσφορία.

Η συναισθηματική κατανάλωση τροφής μπορεί συχνά να καταλήξει στην υπερκατανάλωση φαγητού, και να οδηγήσει έτσι σε σοβαρές συνέπειες για την υγεία μακροπρόθεσμα. Έχει αποδειχθεί ότι όσοι βιώνουν μια τέτοια κατάσταση καταναλώνουν περισσότερο ενεργειακά πυκνά τρόφιμα όπως γλυκά και τηγανιτά, και μεγαλύτερα γεύματα. Ας μην ξεχνάμε ότι η υπερκατανάλωση τροφής αυξάνει τις ανησυχίες δεδομένης της επιδημίας της παχυσαρκίας παγκοσμίως. Στις ΗΠΑ, περίπου το 68% των ενηλίκων ηλικίας 20 ετών και άνω είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι. Σημαντικές επιπτώσεις για την υγεία, συμπεριλαμβανομένων των χρόνιων ασθενειών, όπως ο διαβήτης, οι καρδιακές παθήσεις και η αυξημένη νοσηρότητα και θνησιμότητα έχουν συνδεθεί με την παχυσαρκία. Οι παχύσαρκοι ασθενείς δαπανούν τουλάχιστον 42% περισσότερα χρήματα σε ιατρικό κόστος από ότι τα άτομα με φυσιολογικό βάρος, ενώ το ετήσιο κόστος της παχυσαρκίας είναι σχεδόν $5000 για τις γυναίκες και $3000 για τους άνδρες.

Η κατανόηση και η αντιμετώπιση των εσωτερικών και εξωτερικών διαδικασιών που αποτελούν τη βάση της συναισθηματικής υπερφαγίας, μπορούν να βοηθήσουν να ξεπεραστεί αυτό το μοντέλο συμπεριφοράς.

Ταΐζοντας τα αρνητικά συναισθήματα

Σε μια μελέτη που έγινε το 2013, αυτοί που έτρωγαν ως ανταπόκριση στα συναισαισθήματά τους δήλωσαν πως η εμπειρία μιας αρνητικής κατάστασης τους οδήγησε σε αυτή τη διατροφική συμπεριφορά. Όλοι τους ανέφεραν ότι δεν έτρωγαν για να εξαλείψουν την πείνα, αλλά για να μετριάσουν τα αρνητικά τους συναισθήματα. Αυτό δεν συνέβαινε στους μη συναισθηματικούς καταναλωτές που συμμετείχαν στην ίδια μελέτη. Πολλοί από αυτούς εξέφρασαν μάλιστα ότι το φαγητό ήταν το τελευταίο πράγμα που περνούσε από το μυαλό τους όταν αισθάνονταν λυπημένοι, και τόνισαν ότι έτειναν να ασχολούνται με άλλες συμπεριφορές, όπως άσκηση, όταν αισθανόταν λυπημένοι, νευρικόι ή αγχωμένοι. Στην ίδια μελέτη αποδείχθηκε ότι η υπερκατανάλωση τροφής από τους συναισθηματικούς καταναλωτές ακολουθήθηκε τυπικά από κάποια μορφή ενοχής. Ωστόσο, φάνηκε ότι αυτά τα άτομα δεν θα δίσταζαν να επαναλάβουν την ίδια συμπεριφορά που τους προξένησε ενοχές, αντί να την αποφύγουν.

Ο ρόλος της ψυχολογίας - Προνοητική σκέψη και συλλογισμοί

Προνοητική σκέψη (prefactual thinking) είναι μια έννοια που χρησιμοποιείται στη ψυχολογία για να περιγράψει τη συμπεριφορά που συμβαίνει όταν ένα άτομο εξετάζει φανταστικές εναλλακτικές λύσεις στα γεγονότα, όσον αφορά τις διαφορετικές εξελήξεις που μπορεί να έχουν τα γεγονότα αυτά στο μέλλον. Για παράδειγμα, ένα άτομο μπορεί να σκέφτεται: "Αν αγοράσω αυτό το σακάκι σήμερα και την επόμενη εβδομάδα είναι πιο φθηνό λόγω εκπτώσεων, ίσως να το μετανιώσω." Δύο τύποι προνοητικής σκέψης περιλαμβάνουν τον ηδονικό εξορθολογισμό (hedonic rationalization) και τη γνωστική σκέψη (cognitive deliberation).

Ο ηδονικός εξορθολογισμός είναι η σκέψη που ένα άτομο χρησιμοποιεί για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι θα ενδώσει σε ένα πειρασμό. Για παράδειγμα, κάποιος μπορεί να σκεφτεί «δικαιούμαι αυτό το γλυκό μετά τον έντονο τσακωμό που είχα με τους γονείς μου». Αντίθετα, η γνωστική σκέψη είναι η σκέψη που αντικατοπτρίζει την αποφασιστικότητα ενός ατόμου να μην ενδώσει σε ένα δελεαστικό ερέθισμα (το φαγητό σε αυτή την περίπτωση). Για παράδειγμα, κάποιος μπορεί να σκεφτεί: "Εάν φάω αυτό το επιδόρπιο, θα καταναλώσω περισσότερη ζάχαρη από ότι θα έπρεπε σήμερα και αυτό είναι κάτι που δεν θέλω". Στην μελέτη που έγινε το 2013, η διαφορά μεταξύ των συναισθηματικών και μη συναισθηματικών καταναλωτών ήταν ότι οι γνωστικές σκέψεις εκδηλώνονταν πιο συχνά από τους μη συναισθηματικούς καταναλωτές, κάτι που θα τους επέτρεπε να μην υποκύψουν σε διατροφικούς πειρασμούς.

Συλλογισμός (rumination) είναι επίσης ένας όρος που χρησιμοποιείται στην ψυχολογία για να περιγράψει την εμφάνιση συνειδητών, επαναλαμβανόμενων και αρνητικών σκέψεων όσον αφορά στις αρνητικές καταστάσεις που βιώνει ένα άτομο, και τις πιθανές αιτίες και συνέπειές τους. Οι συναισθηματικοί καταναλωτές φαίνεται να έχουν την τάση να επικεντρώνονται, με επαναλαμβανόμενο τρόπο, στα αρνητικά συναισθήματα ή τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν. Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, όσοι χαρακτηρίζονται από τέτοιες συμπεριφορές πιθανόν να μην ασχολούνται ενεργά με την επίλυση των προβλημάτων τους, και εάν προσπαθούν να βρουν λύσεις στα προβλήματά τους, οι λύσεις που παράγουν είναι συχνά αναποτελεσματικές. Η έρευνα έχει επίσης δείξει ότι η τάση να επικεντρώνεται κανείς συνέχεια στα αρνητικά του συναισθήματα ή καταστάσεις που βιώνει, σχετίζεται με γνωστικές και συναισθηματικές διαταραχές, συμπεριλαμβανομένης της απαισιοδοξίας, της κατάθλιψης, του άγχους και της αίσθησης ότι το άτομο δεν έχει τη ζωή του υπο το δικό του έλεγχο. Οι γυναίκες φαίνεται να έχουν περισσότερες πιθανότητες να βιώσουν μια τέτοια κατάσταση από τους άνδρες. Για τους συναισθηματικούς καταναλωτές, μια τέτοια συμπεριφορά μπορεί να τους οδηγήσει στο να φαντάζονται πώς το φαγητό θα τους επιτρέψει να ξεφύγουν από τα αρνητικά συναισθήματα, και συχνά αυτό χρησιμεύει ως τρόπος αποφυγής των πραγματικών προβλημάτων που βιώνει ένα άτομο.

Αξιοσημείωτο είναι ότι οι συναισθηματικοί καταναλωτές φαίνεται να βρίσκουν ότι το μάρκετινγκ διαφόρων “δελεαστικών” τροφίμων διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην προώθηση ηδονικών εξορθολογισμών. Αυτά τα ερεθίσματα φαίνεται να έχουν ελάχιστη επίδραση στους μη συναισθηματικούς καταναλωτές, πολλοί από τους οποίους μάλιστα βλέπουν τέτοιες διαφημίσεις με περιφρόνηση και δυσπιστία. Μια μελέτη συγκεκριμένα έδειξε ότι οι συναισθηματικοί καταναλωτές θεώρησαν τη συσκευασία ενώς τροφίμου αρκετά δελεαστική ώστε να το αγοράσουν, ενώ έδειξαν αδιαφορία για τις διατροφικές σημάνσεις που αναγράφονταν στη συσκευασία.

Κοινωνικά πρότυπα

Η διατροφική συμπεριφορά ενός ατόμου υπόκειται και σε κοινωνικούς κανόνες. Τα κοινωνικά πρότυπα (social norms) είναι οι πεποιθήσεις σχετικά με τη συμπεριφορά, που αντικατοπτρίζουν την κοινωνική πίεση ως προς την εκτέλεση ή όχι μιας οποιασδήποτε συμπεριφοράς. Η επικράτηση μιας συμπεριφοράς ή η έγκριση μιας συμπεριφοράς μεταξύ σημαντικών ομάδων αναφοράς (οικογένεια ή φίλοι) αυξάνει την πιθανότητα ένα άτομο να εμπλακεί σε αυτή τη συγκεκριμένη συμπεριφορά.

Μελέτες έχουν συνδέσει την υπερκατανάλωση τροφής με διάφορες κοινωνικές δραστηριότητες. Συγκεκριμένα, όταν οι άνθρωποι τρώνε μαζί με άτομα με τα οποία αισθάνονται άνετα (π.χ. φίλοι), τείνουν να καταναλώνουν μέχρι και 40-50% περισσότερο φαγητό από ότι όταν τρώνε μόνοι τους. Αυτό μπορεί να συμβαίνει λόγω της μεγαλύτερης διάρκειας καθώς και του μεγαλύτερου μεγέθους των γευμάτων που καταναλώνονται σε τέτοιες περιπτώσεις. Επιπλέον, έχει βρεθεί μια θετική συσχέτιση μεταξύ του αριθμού των ατόμων και της αυξημένης πρόσληψης τροφής. Όσο δηλαδή αυξάνεται ο αριθμός των ατόμων που τρώνε μαζί, πιθανόν, τόσο περισσότερο αυξάνεται και η τροφή που καταναλώνει ένα άτομο.

Σήμερα, πολλές κοινωνικές δραστηριότητες επικεντρώνονται γύρω από το φαγητό. Ωστόσο, για τους συναισθηματικούς καταναλωτές τέτοιες συναντήσεις μπορεί να αυξήσουν την πιθανότητα για να εμπλακούν σε ένα επεισόδιο συναισθηματικής υπερφαγίας, την ίδια ώρα που οι μη συναισθηματικοί καταναλωτές μπορεί να είναι πιο ικανοί να ασκήσουν αυτοέλεγχο όταν βρίσκονται με φίλους, ώστε να αποφεύγουν την υπερκατανάλωση τροφής.

Διαμορφώνοντας τη διατροφική συμπεριφορά ενός παιδιού

Μελέτες δείχνουν ότι η συναισθηματική υπερφαγία μπορεί στην πραγματικότητα να αποτελεί μέρος της πρώιμης κοινωνικοποίησης ενός ατόμου. Η διατροφική συμπεριφορά ενός παιδιού διαμορφώνεται από την έκθεση του σε συγκεκριμένα τρόφιμα καθώς και τις γονικές συμπεριφορές και ανησυχίες σχετικά με το φαγητό. Οι γονείς μπορούν να εφαρμόσουν διατροφικούς κανόνες και να ελέγχουν την προσβασιμότητα του παιδιού τους στα τρόφιμα. Μερικές φορές όμως, οι γονείς τείνουν να επιβραβεύουν τα παιδιά με τρόφιμα όπως κέικ και καραμέλες για να μετριάσουν τις αρνητικές επιπτώσεις που μπορεί να προκαλέσει ένα ατυχές περιστατικό (π.χ. ένα μικρό χτύπημα). Αυτή η συνήθεια όμως μπορεί να θέσει τα θεμέλια ώστε το παιδί να εκδηλώσει συναισθηματική διατροφική συμπεριφορά στο μέλλον. Έρευνες συγκεκριμένα δείχνουν ότι τα άτομα που τους πρόσφεραν συχνά φαγητό ως ανταμοιβή για να ανακουφιστούν από αρνητικά συναισθήματα ως παιδιά ήταν 2,5 φορές πιο πιθανό να εκδηλωσουν συναισθηματική διατροφική συμπεριφορά ως νεαροί ενήλικες.

Στρατηγικές για τη βελτίωση της διατροφικής συμπεριφοράς

Εάν σας είναι δύσκολο να αντιμετωπίσετε τα αρνητικά συναισθήματά σας, νιώθετε παγιδευμένοι, και ως αποτέλεσμα καταφεύγετε στο φαγητό, απευθυνθείτε σε έναν κλινικό ψυχολόγο με εμπειρία σε θέματα διατροφικών συμπεριφορών, ή ενταχθείτε σε κάποιο προγράμμα ή ομάδα υποστήριξης. Μέσω της γνωστικής συμπεριφορικής θεραπείας (CBT) ή άλλης μορφής ψυχοθεραπείας, ένας ψυχολόγος μπορεί να ενθαρρύνει τους συναισθηματικούς καταναλωτές ώστε να συμμετέχουν ενεργά στην επίλυση των πραγματικών προβλημάτων που τους απασχολούν, να ανακτήσουν τη γνωστική και συναισθηματική ισορροπία τους, να περιορίσουν τις διαταραγμένες διατροφικές συμπεριφορές, και να επανεξετάσουν τις ανθυγιεινές συμπεριφορές που έχουν μάθει κατά την παιδική ηλικία, ώστε να λαμβάνουν σωστές και υπεύθυνες καταναλωτικές αποφάσεις. Έρευνες υποδεικνύουν ότι ένα άτομο είναι πιο πιθανό να κάνει καλύτερες διατροφικές επιλογές όταν έχει υψηλά επίπεδα συναισθηματικής ικανότητας (δεξιότητα στη διαχείριση των συναισθημάτων) καθώς και υψηλά επίπεδα εμπιστοσύνης σε αυτή.

Επιπλέον, ένας ψυχολόγος σε συνεργασία με ένα κλινικό διαιτολόγο θα σας καθοδηγήσουν ώστε η αδυναμία ελέγχου των διατροφικών συμπεριφορών να αντιμετωπιστεί με ρυθμιστικές διαδικασίες όπως η υιοθέτηση ρεαλιστικών περιοριστικών στόχων (π.χ. περιορισμός / αποφυγή τροφών με υψηλή περιεκτικότητα σε κορεσμένα λιπαρά και απλή ζάχαρη), αλλά και με επανακαθορισμό των εναλλακτικών μεθόδων. Αντί να χρησιμοποιείτε δηλαδή το φαγητό ως εναλλακτική λύση για τη διαχείριση των συναισθημάτων, μπορείτε να συμμετέχετε σε μη-διατροφικές δραστηριότητες που σας βοηθούν όπως άσκηση, διαλογισμό, γιόγκα, τεχνικές χαλάρωσης και απόσπαση της προσοχής. Ορισμένες στρατηγικές που έχουν αποδειχθεί ότι βοηθούν στη διαχείριση της διατροφικής συμπεριφοράς, και για τις οποίες μπορείτε να συζητήσετε με τον ψυχολόγο και τον κλινικό διαιτολόγο σας περιλαμβάνουν να:

  • Μην κάνετε τίποτα άλλο ενώ τρώτε

  • Μασάτε καλά το φαγητό σας

  • Βάζετε το μαχαίρι και το πιρούνι σας κάτω ενώ μασάτε

  • Δίνετε αρκετό χρόνο για να εκτιμήσετε τη μυρωδιά, τα χρώματα και τη γεύση κάθε μπουκιάς φαγητού που τρώτε

  • Χρησιμοποιείτε μικρότερα πιάτα ή μπολ για το σερβίρισμα

  • Τοποθετείτε τα τρόφιμα κάπου που δεν θα τα βλέπετε όταν δεν είναι η ώρα για να φάτε το σνακ ή το κυρίως γεύμα σας

  • Πάντα να ψωνίζετε φαγητό από μια λίστα και ποτέ με άδειο στομάχι

Ωφέλιμο είναι επίσης αν οι δραστηριότητες με οικογένεια και φίλους επαναπροσδιορίζονταν ώστε να συμπεριλαμβάνουν περισσότερες μη-διατροφικές συμπεριφορές. Για παράδειγμα, αντί για φαγητό δοκιμάστε να πάτε με φίλους για πεζοπορία ή περάστε μαζί μια μέρα στο σπα.

Τέλος, και οι δύο γονείς πρέπει να ενθαρρύνονται ώστε να καλλιεργούν υγιείς σχέσεις με το φαγητό. Το να συνειδητοποιήσουν οι γονείς ότι είναι συναισθηματικοί καταναλωτές, και να αναγνωρίσουν τις επιπτώσεις που έχει αυτή η συμπεριφορά τόσο για αυτούς όσο και για τα παιδιά τους, είναι ένα σημαντικό σημείο για αρχή. Τα οικογενειακά γεύματα θα μπορούσαν να επανεξεταστούν ώστε να συμπεριλαμβάνουν υγιεινότερα τρόφιμα, χαμηλής περιεκτικότητας σε λίπος και ζάχαρη. Εξίζου σημαντικό όμως είναι οι γονείς να διδάσκουν στα παιδιά τους πώς να αντιμετωπίζουν τα συναισθήματά τους αντί να χρησιμοποιούν τρόφιμα για να τα ανακουφίσουν από τα αρνητικά τους συναισθήματα.

Βιβλιογραφία:

  1. When food is more than nutrition: Understanding emotional eating and overconsumption

  2. C, Stice E, Spoor S. 2009. Female emotional eaters show abnormalities in consummatory and anticipatory food reward: a functional magnetic resonance imaging study. International Journal of Eating Disorders 42(3): 210–221.

  3. Brown SL, Schiraldi GR, Wrobleski PP. 2009. Association of eating behaviors and obesity with psychosocial and familial influences. American Journal of Health Education 40(March/April): 80–89.

  4. CA, Roberts J. 2009. Rumination in interpersonal relationships: does co-rumination explain gender differences in emotional distress and relationship satisfaction among college students? Cognitive Therapy and Research 32(4): 577–590.

  5. Caryn R. 2010. Obesity costs women more study finds. New York Times, Late Edition: New York, NY; 6.

  6. de Castro JM. 1990. Social facilitation of duration and size but not rate of the spontaneous meal intake of humans. Physiology and Behavior 47: 1129–1135.

  7. Fishbein M, Ajzen I. 1975. Belief, Intention and Behavior: An Introduction to Theory and Research. Addison-Wesley: Reading, MA

  8. Flegal KM, Carroll MD, Ogden CL, Curtin LR. 2010. Prevalence and trends in obesity among US Adults, 1999–2008. Journal of the American Medical Association 303(3): 235–241.

  9. Grier SA, Moore ES. 2012. Tackling the childhood obesity empidemic: An opportunity for transformative consumer research. In Transformative consumer research for personal and collective well-being. Mick, David Glen (Ed)., Pettigrew, Simone (Ed.); Pechmann, Cornelia (Ed.); Ozanne Julie L. (Ed.); New York, NY, US: Routledge/Taylor & Francis Group, 303–332.

  10. Hirschman EC. 1992. The consciousness of addiction: toward a general theory of compulsive consumption. Journal of Consumer Research 19(September): 155–179.

  11. Holbrook MB, Schindler RM. 2003. Nostalgic bonding: exploring the role of nostalgia in the consumption experience. Journal of Consumer Behaviour 3(2): 107–127.

  12. Kidwell B, Hardesty DM, Childers TL. 2008. Emotional calibration effects on consumer choice. Journal of Consumer Research 35 (December): 611–621.

  13. Lyubomirsky S, Nolen-Hoeksema S. 1995. Effects of self-focused rumination on negative thinking and interpersonal problem solving. Journal of Personality and Social Psychology 69: 176–190.

  14. Manzoni G, Mauro F, Pagnini A, Gorini A, Preziosa G, Castel nuovo E, Molinari E, Riva G. 2009. Can relaxation training reduce emotional eating in women with obesity? An exploratory study with 3 months of follow-up. Journal of the American Dietetic Association 109(8): 1427–1432.

  15. Marshall D, O’Donohoe S, Kline S. 2007. Families, food and power pester: beyond the blame game? Journal of Consumer Behaviour 6: 164-181.

  16. Moore DJ, Bovell LJ. 2008. The affective–cognitive model of stimulus-based affect: individual differences in response to the vividness of product descriptions? Advances in Consumer Research 35: 695.

  17. Moore ES, Wilkie WL, Lutz RL. 2002. Passing the torch: intergenerational influences as a source of brand equity. Journal of Marketing 66(2): 17–37.

  18. Redd M, de Castro JM. 1992. Social facilitation of eating: effects of social instruction on food intake. Physiology and Behavior 52: 749–754.

  19. O’Guinn TC, Faber RJ. 1989. Compulsive buying: a phenomenological exploration. Journal of Consumer Research 16(September): 147–156.

  20. Poynor C, Haws KL. 2009. Lines in the sand: the role of motivated categorization in the pursuit of self-control goals. Journal of Consumer Research 35(February): 772–787.

  21. Swinburn BA, Caterson I, James WPT. 2004. Diet, nutrition and the prevention of excess weight gain and obesity. Public Health Nutrition 7: 123–144.

6 πολύτιμες συμβουλές για να μην πάρεις κιλά αυτά τα Χριστούγεννα!

6 πολύτιμες συμβουλές για να μην πάρεις κιλά αυτά τα Χριστούγεννα!

0